ιεραπόστολος

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

ιεραπόστολος

Da dove viene

ιεραπόστολος (μαρτυρείται από το 1836)< ιεραποστολ(ή) + -ος, (λόγιο δάνειο) γαλλική missionnaire

sostantivo ιεραπόστολος · ιεραπόστολοι · ιεραποστόλου · ιεραπόστολου · ιεραποστόλων · ιεραπόστολο

  1. θρησκεία ιερέας ή μοναχός που δρα σε ξένη χώρα με στόχο τη διάδοση της διδασκαλίας μιας θρησκείας ή μιας θρησκευτικής ομολογίας
  2. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός ατόμου που αγωνίζεται χωρίς ιδιοτέλεια για κάτι, χωρίς να αναμένει απολαβές για το έργο του

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"ιεραπόστολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιεραπόστολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ιεραπόστολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιεραπόστολος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}