ιεραρχία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιεραρχία
Where it comes from
ιεραρχία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἱεραρχία
:* για τη σημασία στις βαθμίδες υπηρεσίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hiérarchie < μεσαιωνικά λατινικά hierarchia < (ελληνιστική κοινή))
noun ιεραρχία · ιεραρχίες · ιεραρχίας · ιεραρχιών
- το σύνολο των ιεραρχών μιας (ορθόδοξης) εκκλησίας
- οι θέσεις μιας υπηρεσίας (πολιτικής ή στρατιωτικής) που βρίσκονται σε κλιμακωτή σχέση εξάρτησης η καθεμιά από κάποια ανώτερή της
- η κλιμακωτή κατάταξη (προσπώπων, πραγμάτων, άυλων όντων κ.λπ.) σε βαθμίδες, από την κατώτερη προς κάποια ανώτερη
In English
- hierarchy body of authoritative officials organised by rank
Talk about this word "ιεραρχία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ιεραρχία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1 "ιεραρχία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιεραρχία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}