ιερατείο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιερατείο
Where it comes from
ιερατείο < (ελληνιστική κοινή) ἱερατεῖον
noun ιερατείο · ιερατεία · ιερατείου · ιερατείων
- το σύνολο / η τάξη των ιερέων ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα
- η ηγεσία μιας θρησκείας ή εκκλησίας ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασ
In English
Talk about this word "ιερατείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ιερατείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%BF "ιερατείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιερατείο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}