ιερό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιερό

Where it comes from

ιερό < αρχαία ελληνική ἱερόν

noun ιερό · ιερά · ιερού · ιερών

  1. τμήμα κάθε χριστιανικού ναού μέσα στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα ※ Στην αψίδα και στους κάθετους τοίχους του ιερού εικονίζονται τέσσερις ιεράρχες σε στάση τριών τετάρτων προς το κέντρο της αψίδας φορώντας μονόχρωμο, ακόσμητο φαιλόνιο (Ευθ. Ν Τσιγαρίδας, Οι τοιχογραφίες της Μονής Λατόμου Θεσσαλονίκης και η Βυζαντινή ζωγραφική του 12ου αιώνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σ

    Similar: Άγια των Αγίων

  2. αρχαιολογία τόπος και ο μικρός ναός που ήταν χτισμένος σε αυτόν και ήταν αφιερωμένος σε κάποιο θεό

adjective ιερό · ιερά · ιερού · ιερών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ιερός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιερός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιερό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ιερό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C

Chicago

"ιερό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιερό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}