ιζαφέτ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιζαφέτ
Where it comes from
ιζαφέτ < αγγλική izafet / ezafe < περσική اضافه (ezâfe) / اضافه (izāfa) < αραβική إضافة (iḍāfa)
noun ιζαφέτ
- γραμματικό μόριο (-e / -ye, -i / -yi, -ı) που βρίσκεται σε ορισμένες ιρανικές γλώσσες, καθώς και σε γλώσσες με επιρροή από τα περσικά, όπως η τουρκική, που συνδέει δύο λέξεις μεταξύ τους (ουσιαστικό και επίθετο, ουσιαστικό και επίρρημα ή ουσιαστικό και άλλο ουσιαστικό) και δηλώνει κατοχή, προσδιορισμό κ.λπ. ※ Αυτοί οι συγγραφείς προσπαθούσαν να μιμηθούν ∆υτικά και κυρίως Γαλλικά λογοτεχνικά κείμενα και ήταν πεπεισμένοι ότι η Τουρκική Γλώσσα δε θα μπορούσε να αποτελέσει λογοτεχνικό εργαλείο χωρίς τη συνδρομή των Αραβικών και των Περσικών. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν αρκέστηκαν στις εκφράσεις με το ιζαφ
In English
- ezafe grammatical particle
Talk about this word "ιζαφέτ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%84. Accessed 7 Nov. 2026. ιζαφέτ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%84 "ιζαφέτ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%84.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιζαφέτ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%84},
urldate = {2026-11-07}
}