ιησουίτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιησουίτης

  • i.i.suˈi.tis

Where it comes from

ιησουίτης < μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική Gesuita ή από τη γαλλική Jésuite (ονομασία μελών του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος της «Εταιρείας του Ιησού»). Μορφολογικά αναλύεται σε Ιησού(ς) + -ίτης.

noun ιησουίτης · ιησουίτες · ιησουίτη · ιησουιτών

  1. καθολικισμός μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1534 και ήταν γνωστό για την αυστηρή πειθαρχία των μελών του, την ακραία υπεράσπιση της πίστης τους και την εκπαιδευτική και ιεραποστολική τους δράση Εταιρεία του Ιησού στη Βικιπαίδεια , οι Ιησουίτες
  2. μετωνυμία ο υποκριτικά ευσεβής, ο υποκριτικά ενάρετος

    Similar: ταρτούφος, υποκριτής

  3. που ενεργεί ύπουλα και δόλια

    Similar: δολοπλόκος, ραδιούργος

  4. που φανατίζεται με την πίστη του

    Similar: ζηλωτής

In English

  • Jesuit member of the Society of Jesus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιησουίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιησουίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"ιησουίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιησουίτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}