ιησουιτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιησουιτικός
Where it comes from
ιησουιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική gesuitico ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική jésuitique < jésuite < Jésus < λατινική Iesus < ελληνιστική κοινή Ἰησοῦς < εβραϊκή ישוע (yēšū́aʿ)
adjective ιησουιτικός · ιησουιτική · ιησουιτικό · ιησουιτικού · ιησουιτικής
- που αφορά το Τάγμα των Ιησουιτών ή τα χαρακτηριστικά της οργάνωσης, της διδασκαλίας και της πρακτικής του.
-
που χαρακτηρίζεται από επιτηδευμένη ευσέβεια ή ηθικολογικό προσωπείο, πίσω από το οποίο υποκρύπτεται υπολογισμός ή δολιότητα
Similar: δολερός, ραδιούργος, υποκριτικός
In English
- Jesuitic Translations
Talk about this word "ιησουιτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιησουιτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ιησουιτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιησουιτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}