ικανοποίηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ικανοποίηση
- i.ka.noˈpi.i.si
Where it comes from
ικανοποίηση < ικανοποιώ + -ση < (ελληνιστική κοινή) / ἱκανοποιῶ < αρχαία ελληνική ἱκανός (< ἱκνέομαι) + ποιέω / ποιῶ
noun ικανοποίηση · ικανοποιήσεις · ικανοποίησης · ικανοποιήσεων
-
η ευχαρίστηση, η ευαρέσκεια που λαμβάνουμε, επειδή πραγματοποιήθηκε κάτι που επιθυμούσαμε ή προσδοκούσαμε
※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκε
Opposite: δυσαρέσκεια, απογοήτευση
- η εκπλήρωση μιας επιθυμίας ή απαίτησης
- η (υλική ή ηθική) αποζημίωση για κάποια βλάβη ή ζημία που υποστήκαμε
In English
- satisfaction fulfillment of a need or desire
- contentment state or degree of being contented
- fulfilment feeling of satisfaction
Talk about this word "ικανοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ικανοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ικανοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ικανοποίηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}