ικανοποιώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ικανοποιώ

  • i.ka.no.piˈo

Where it comes from

ικανοποιώ < (ελληνιστική κοινή) / ἱκανοποιῶ < αρχαία ελληνική ἱκανός (< ἱκνέομαι) + ποιέω / ποιῶ

verb ικανοποιώ · ικανοποιούμαι · ικανοποιούσα · θα ικανοποιώ · να ικανοποιώ

  1. δίνω σε κάποιον ικανοποίηση, κάνοντας κάτι που επιθυμεί ή προσδοκά
  2. επιτυγχάνω με επαρκή τρόπο κάτι που είναι απαίτηση, επιθυμία ή ανάγκη κάποιου
  3. αποζημιώνω κάποιον για κάποια βλάβη ή ζημία που του προκάλεσα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ικανοποιώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ικανοποιώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E

Chicago

"ικανοποιώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ικανοποιώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}