ικανός

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

ικανός¹

  • i.kaˈnos
  • i.kaˈni
  • i.kaˈno

De unde vine

ικανός< αρχαία ελληνική ἱκανός < ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω / ἱκάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-

adjectiv ικανός · ικανή · ικανό · ικανού · ικανής

  1. που έχει ικανότητες είναι ικανός στη δουλειά του και όλοι τον εκτιμούν
  2. που μπορεί να κάνει κάτι, που είναι σε θέση να κάνει κάτι του έχω εμπιστοσύνη, είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του
  3. που μπορεί και δε διστάζει να κάνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα μέτρα είναι ικανός να φάει ολόκληρο βόδι στην καθισιά του
  4. στρατιωτικός όρος που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία

    Asemănătoare: στρατεύσιμος

  5. αρκετά μεγάλος σε ποσότητα, σε δύναμη, αρκετός για κάτι

Asemănătoare: άξιος, επιδέξιος · Opus: ανίκανος

Ικανός²

De unde vine

Ικανός < → λείπει η ετυμολογία

substantiv propriu Ικανός

  1. ανδρικό όνομα

Sinonime și antonime

adjectiv

Asemănătoare: άξιος, επιδέξιος · Opus: ανίκανος

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"ικανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ικανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"ικανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ικανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}