ικανός
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
ικανός¹
- i.kaˈnos
- i.kaˈni
- i.kaˈno
De unde vine
ικανός< αρχαία ελληνική ἱκανός < ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω / ἱκάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-
adjectiv ικανός · ικανή · ικανό · ικανού · ικανής
- που έχει ικανότητες είναι ικανός στη δουλειά του και όλοι τον εκτιμούν
- που μπορεί να κάνει κάτι, που είναι σε θέση να κάνει κάτι του έχω εμπιστοσύνη, είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του
- που μπορεί και δε διστάζει να κάνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα μέτρα είναι ικανός να φάει ολόκληρο βόδι στην καθισιά του
-
που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία
Asemănătoare: στρατεύσιμος
- αρκετά μεγάλος σε ποσότητα, σε δύναμη, αρκετός για κάτι
Ικανός²
De unde vine
Ικανός < → λείπει η ετυμολογία
substantiv propriu Ικανός
- ανδρικό όνομα
Sinonime și antonime
În engleză
Discută despre acest cuvânt "ικανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ικανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82 "ικανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {ικανός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}