ινσουλίνη
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
ινσουλίνη
- in.suˈli.ni
Откуда оно
ινσουλίνη < διεθνής ορολογία insulin < λατινική insula (νησί) + -in (-ίνη)
:: Η ινσουλίνη παράγεται στις λεγόμενες «νησίδες του Langerhans», στο πάγκρεας. Ο Edward Albert Sharpey-Schafer επινόησε τον όρο το 1916 για τις ουσίες που παράγονται σε αυτές τις νησίδες.
существительное ινσουλίνη · ινσουλίνες · ινσουλίνης · ινσουλινών
- ορμόνη που ρυθμίζει τον μεταβολισμό των υδρογονανθράκων
- κυρίαρχο φάρμακο της κατηγορίας των αντιδιαβητικών, το οποίο και διακρίνεται σε βραχείας, ενδιάμεσης και παρατεταμένης δράσης
По-английски
- insulin polypeptide hormone
Обсудить это слово "ινσουλίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ινσουλίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7 "ινσουλίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {ινσουλίνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}