ινφλουένσερ
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
ινφλουένσερ
من أين أتت
ινφλουένσερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική influencer < influence < λατινική influens < influo < in- + fluo
اسم ινφλουένσερ
- άτομο που χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να επηρεάσει τις απόψεις, τις επιλογές ή τη συμπεριφορά του κοινού του, συνήθως προωθώντας προϊόντα, υπηρεσίες ή ιδέες ※ ενώ η Σοφία έλεγε πάντα πως με τα ξανθά μαλλιά και τα βιολετί μάτια της, η Μάγια θα μπορούσε να γίνει επιτυχημένη ' ινφλουένσερ ' στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μια μέρα. (Λουκάς Χριστοδούλου, Φοβοῦ τους Δαναούς και δῶρα φέροντας, Babelcube Incorporated, 2021)
مشابه: επηρεαστής, επηρεάστρια, επιδραστής, επιδραστικός, επιδράστρια
المرادفات والأضداد
اسم
مشابه: επηρεαστής, επηρεάστρια, επιδραστής, επιδραστικός, επιδράστρια
بالإنجليزية
- influencer influential person on social media
تحدّث عن هذه الكلمة "ινφλουένσερ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B5%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. ινφλουένσερ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B5%CF%81 "ινφλουένσερ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B5%CF%81.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {ινφλουένσερ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BD%CF%86%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B5%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}