ιππικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιππικό

noun ιππικό · ιππικού

  1. το τμήμα ενός στρατού που αποτελείται από ιππείς, έφιππους πολεμιστές ※ Ειδικότερα, τα τιμάρια ήταν μεγάλες εκτάσεις γης που παραχωρούνταν από το κράτος στους τιμαριούχους. Οι τιμαριούχοι ήταν, συνήθως, στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στο ιππικό. Στόχος τους ήταν να έχουν υπό τον έλεγχο τους την περιφέρεια που τους χορηγούνταν. Είχαν επίσης το δικαίωμα να εισπράττουν και

adjective ιππικό · ιππικού

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ιππικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιππικός

In English

  • cavalry military service that fights with riding horses

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιππικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιππικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"ιππικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιππικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}