ιρλανδικά
Ελληνικά · Sinonimi e contrari
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
ιρλανδικά
Da dove viene
ιρλανδικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιρλανδικός στον πληθυντικό
sostantivo ιρλανδικά · ιρλανδικών
- επίσημη γλώσσα της Ιρλανδίας (μαζί με την αγγλική). Ανήκει στη γαελική ομάδα των κελτικών γλωσσών. Τα πρώτα γραπτά της κείμενα ήταν με χαρακτήρες που συνιστούσαν εξέλιξη των ρουνών)· αργότερα υιοθέτησε το λατινικό αλφάβητο. Από το 1921 είναι υποχρεωτική η διδασκαλία των ιρλανδικών (γαελικών) στα σχολεία της Ιρλανδίας.
Simili: ιρλανδικά γαελικά
aggettivo ιρλανδικά · ιρλανδικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιρλανδικός
Sinonimi e contrari
sostantivo
Simili: ιρλανδικά γαελικά
In inglese
- Irish the language
Parla di questa parola "ιρλανδικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. ιρλανδικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AC "ιρλανδικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AC.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {ιρλανδικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}