ισλαμισμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ισλαμισμός
Where it comes from
ισλαμισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική islamisme < islam (Ισλάμ) + -isme (-ισμός)
noun ισλαμισμός · ισλαμισμοί · ισλαμισμού · ισλαμισμών · ισλαμισμό · ισλαμισμούς
- το ισλάμ, η ισλαμική πίστη, πίστη και αφοσίωση στον λόγο του Θεού-Αλλάχ μέσα απ' το Ιερό Κείμενο του Κορανίου που συνέγραψε ο προφήτης Μωάμεθ
- σύνολο πολιτικών και κοινωνικών αντιλήψεων με αφετηρία την ισλαμική θρησκεία
Similar: μουσουλμανική, μουσουλμανισμός, μωαμεθανισμός
Thesaurus
noun
Similar: μουσουλμανική, μουσουλμανισμός, μωαμεθανισμός
In English
- Islamism Islamic fundamentalism
Talk about this word "ισλαμισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ισλαμισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "ισλαμισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ισλαμισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}