ισομερές

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ισομερές

  • i.so.meˈɾes

Where it comes from

ισομερές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ισομερής < ισο- + -μερής, γαλλική isomère < αρχαία ελληνική ἰσομερής (διαιρεμένος σε ίσα μέρη)

noun ισομερές · ισομερή · ισομερούς · ισομερών

  1. χημεία για άτομα με ίδιο χημικό τύπο αλλά άλλη διάταξη στοιχείων
  2. φυσική για ατομικούς πυρήνες με ίδιο ατομικό αριθμό και μαζικό αριθμό (ίδιο αριθμό πρωτονίων και νετρονίων) αλλά με διαφορετικές ενεργειακές βαθμίδες (σε διαφορετική κατάσταση διέγερσης, με διαφορερτική συμπεριφορά αποσύνθεσης/διάσπασης και διαφορετική διάρκεια ημιζωής)

adjective ισομερές · ισομερή · ισομερούς · ισομερών

  1. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισομερής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ισομερές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ισομερές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%82

Chicago

"ισομερές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισομερές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}