ιστολόγιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιστολόγιο
- i.sto.ˈlo.ɣi.o
Where it comes from
ιστολόγιο < ιστός + -ο- + -λόγιο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική blog < weblog)
noun ιστολόγιο · ιστολόγια · ιστολόγιου · ιστολογίου · ιστολόγιων · ιστολογίων
- διαδικτυακή έκδοση (εφημερίδα, ημερολόγιο, ενημερωτικά δελτία κ.ά.) που αποτελείται από περιοδικά άρθρα, τα οποία συνήθως παρουσιάζονται σε ανάστροφη χρονολογική σειρά, ώστε οι πιο πρόσφατες πληροφορίες να εμφανίζονται πρώτες· πρόκειται για δυναμικές ιστοσελίδες όπου οι χρήστες μπορούν εύκολα και άμεσα να δημοσιοποιήσουν τις σκέψεις τους, τη γνώμη τους ή κάποια πληροφορία
Similar: μπλογκ
Thesaurus
noun
Similar: μπλογκ
In English
- blog a personal or corporate website
Talk about this word "ιστολόγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ιστολόγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF "ιστολόγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιστολόγιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}