ιστοχώρος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιστοχώρος
- i.stoˈxo.ɾos
Where it comes from
ιστοχώρος < ιστός + χώρος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική website
noun ιστοχώρος · ιστοχώροι · ιστοχώρου · ιστοχώρων · ιστοχώρο · ιστοχώρους
- συλλογή από ιστοσελίδες με κείμενα, αρχεία εικόνας, ήχου, βίντεο, κ.λπ., τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και είναι διαθέσιμα στον Παγκόσμιο Ιστό, για την πληροφόρηση των χρηστών του διαδικτύου αλλά και την παρουσίαση ενός θέματος, μίας εταιρίας, ενός οργανισμού, ενός προσώπου κ.α.
Similar: ιστότοπος, δικτυακός τόπος, σάιτ
Thesaurus
noun
Similar: ιστότοπος, δικτυακός τόπος, σάιτ
In English
Talk about this word "ιστοχώρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιστοχώρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82 "ιστοχώρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιστοχώρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}