ιστός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιστός

  • isˈtos

Where it comes from

ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός

noun ιστός · ιστοί · ιστού · ιστών · ιστό · ιστούς

  1. ανατομία σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία ※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
  2. ναυτικός όρος το κατάρτι
  3. ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα
  4. διαδίκτυο όλες οι διασυνδέσεις μεταξύ των κόμβων (nodes) του διαδικτύου (internet)

In English

  • tissue aggregation of cells
  • mast support of a sail
  • web any interconnected set of persons, places, or things
  • fabric figurative framework underlying a structure

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ιστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"ιστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}