ισχύς
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ισχύς
- iˈsçis
Where it comes from
ισχύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσχύς
:* για τη σημασία στη φυσική < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική power
noun ισχύς · ισχύες · ισχύος · ισχύων · ισχύ
- η δύναμη Είναι πολιτικός με μεγάλη ισχύ.
- το κύρος Πολλοί τεχνικοί κανονισμοί έχουν ισχύ νόμου.
- η εγκυρότητα Αυτή η διάταξη δεν είναι πια σε ισχύ.
- ο ρυθμός (παραγωγής, εκπομπής, μετάδοσης, απορρόφησης, κατανάλωσης) ενέργειας σε συνάρτηση με τον χρόνο μονάδα μέτρησης της ισχύος, στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων είναι το βατ (1 W)
In English
Talk about this word "ισχύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%8D%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ισχύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%8D%CF%82 "ισχύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%8D%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ισχύς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%8D%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}