מיקווין

ισόβιος

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ισόβιος

מאיפה זה בא

ισόβιος < (ελληνιστική κοινή) ἰσόβιος < ἴσος + βίος

שם תואר ισόβιος · ισόβια · ισόβιο · ισόβιου · ισόβιας

  1. για πρόσωπο που κατέχει μια ορισμένη ιδιότητα για όλη του τη ζωή ※ Στέριωσε στο αξίωμα, έγινε ισόβιος κοινοτάρχης. Ούτε η Δεξιά, ούτε το Κέντρο, ούτε η δικτατορία, ούτε η μεταπολίτευση διανοήθηκαν να τον κουνήσουν απ' τη θέση του. Έφτασε να θεωρείται κάτι σαν σύμβολο του Πάπιγκου (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. για πράγμα που ανήκει σε ένα πρόσωπο ή το χαρακτηρίζει για όλη του τη ζωή καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά (σε φυλάκιση για όλη του τη ζωή)

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ισόβιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ισόβιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"ισόβιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισόβιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}