ισόγειο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ισόγειο

Where it comes from

ισόγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ισόγειος

noun ισόγειο · ισόγεια · ισογείου · ισόγειου · ισογείων

  1. αρχιτεκτονική το οριζόντιο τμήμα (όροφος) ενός κτηρίου που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος ※ Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ισόγειο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ισόγειο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ισόγειο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισόγειο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}