ιωβηλαίο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιωβηλαίο
- i.o.viˈle.o
Where it comes from
ιωβηλαίο < ελληνιστική κοινή ἰωβηλαῖον (ἔτος) < ἰωβηλαῖος < ἰώβηλος < εβραϊκή יובל (yovél) (: κέρατο κριαριού που χρησιμοποιούνταν σαν σάλπιγγα κάθε 50 χρόνια)
noun ιωβηλαίο · ιωβηλαία · ιωβηλαίου · ιωβηλαίων
-
η πεντηκοστή (ή άλλη σημαντική) επέτειος για την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος, μια συγκεκριμένη κοινωνική προσφορά, για γάμο ενός ζευγαριού κ.λπ.
Similar: πεντηκονταετηρίδα
- εικοσιπενταετηρίδα
- εκατονταετηρίδα
- θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε 25 χρόνια τα Χριστούγεννα δίνεται άφεση αμαρτιών στους πιστούς που εξομολογούνται κι επισκέπτονται τόπους προσκυνήματος
In English
- jubilee major anniversary of an event, particularly the 50th anniversary of a coronation
Talk about this word "ιωβηλαίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%89%CE%B2%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ιωβηλαίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%89%CE%B2%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF "ιωβηλαίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%89%CE%B2%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιωβηλαίο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%89%CE%B2%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}