ιώδιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ιώδιο

  • iˈo.ði.o

Where it comes from

ιώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iode < αρχαία ελληνική ἰώδης < ἴον

noun ιώδιο · ιώδια · ιωδίου · ιώδιου · ιωδίων

  1. χημεία αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I ※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
  2. βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ιώδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιώδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ιώδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιώδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}