κάβα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάβα

Where it comes from

κάβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cava < λατινική cava < cavus / cavum

noun κάβα · κάβες · κάβας

  1. μέρος κατάλληλο για την αποθήκευση οινοπνευματωδών ποτών ※ Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά. Αναζήτησε μια μικρή κρυστάλλινη καράφα με μπλε περιεχόμενο καταχωνιασμένη πίσω από τα σπέσιαλ ουίσκι και πρόσθεσε στο σέικερ διπλή δόση. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη,
  2. κατάστημα που πουλάει οινοπνευματώδη ποτά και μερικές φορές άλλα είδη όπως ξηρούς καρπούς κ.λπ.
  3. figuratively, συνεκδοχικά το στοκ από οινοπνευματώδη ποτά που έχει κάποιος στην κατοχή του
  4. στα χαρτοπαίγνια τα χρήματα που καταθέτει κάποιος χαρτοπαίχτης στην αρχή της χαρτοπαιξίας, ανταλλάσσοντάς τα με μάρκες
  5. στα χαρτοπαίγνια αυτός που μοιράζει την τράπουλα

In English

  • liquor store shop that sells alcoholic beverages to be consumed off the premises

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B2%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κάβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B2%CE%B1

Chicago

"κάβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B2%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάβα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B2%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}