κάγκελο
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
κάγκελο
Από πού έρχεται
κάγκελο < ελληνιστική κοινή κάγκελον < λατινική cancellus
ουσιαστικό κάγκελο · κάγκελα · κάγκελου · κάγκελων
- μεταλλική συνήθως κατασκευή από παράλληλες κατακόρυφες ράβδους που ενώνονται σε δύο ή περισσότερα σημεία από οριζόντιες δοκούς και χρησιμοποιείται στην περίφραξη χώρων ή μπαλκονιών
Παρόμοιες: κιγκλίδωμα
Συνώνυμα και αντώνυμα
ουσιαστικό
Παρόμοιες: κιγκλίδωμα
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "κάγκελο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κάγκελο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF "κάγκελο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {κάγκελο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}