κάθαρση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάθαρση

  • ˈka.θaɾ.si

Where it comes from

κάθαρση < αρχαία ελληνική κάθαρσις < καθαίρω

noun κάθαρση · καθάρσεις · κάθαρσης · καθάρσεων

  1. η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο ※ Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. φιλολογία ο εξαγνισμός, η λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που νιώθει ο θεατής ενός τραγικού έργου, όταν, με την λύση του δράματος, αποκαθίσταται η έννομη και η ηθική τάξη
  3. ψυχολογία η θεραπεία μιας νοσηρής κατάστασης ψυχικού χαρακτήρα, κυρίως όταν ο ασθενής ανακαλεί στη μνήμη του το γεγονός που την προκάλεσε

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάθαρση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κάθαρση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7

Chicago

"κάθαρση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάθαρση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}