κάθισμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάθισμα¹
- ˈka.θi.zma
Where it comes from
κάθισμα < μεσαιωνική ελληνική κάθισμα (για τις θρησκευτικές σημασίες) < ελληνιστική κοινή κάθισμα < αρχαία ελληνική καθίζω
noun κάθισμα · καθίσματα · καθίσματος · καθισμάτων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω
- οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κάποιος
- ο τρόπος που έχει καθήσει κάποιος
- προσάραξη πλεούμενου σε ρηχά
- τροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται
- μοναχική καλυβίτσα
Κάθισμα²
Where it comes from
Κάθισμα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κάθισμα · Καθίσματος
- παραλία στη Λευκάδα
In English
Talk about this word "κάθισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κάθισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1 "κάθισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάθισμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}