κάλπη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάλπη¹

  • ˈkal.pi

Where it comes from

κάλπη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάλπη / κάλπις < (ίσως) προελληνική

noun κάλπη · κάλπες · κάλπης · καλπών

  1. πολιτική κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια

    Similar: ψηφοδόχος

  2. figuratively, συνεκδοχικά το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω κουτί
  3. figuratively, συνεκδοχικά η διαδικασία των εκλογών και το εκλογικό αποτέλεσμα
  4. αρχαιολογία, κεραμική αγγείο με στρογγυλό σώμα, τρεις λαβές και συνεχή καμπύλη από τα χείλη, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχος
  5. ιστορία, αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα) ιππικό άθλημα στους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες

noun κάλπη · κάλπες · κάλπης · καλπών

  1. accusative, genitive, singular, vocative γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κάλπης

Κάλπη²

Where it comes from

Κάλπη < αρχαία ελληνική Κάλπη / γενική ενικού του αρσενικού Κάλπης

proper noun Κάλπη · Κάλπης · Kalpi

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • ballot box a sealed box into which a voter puts a voting slip

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάλπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κάλπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B7

Chicago

"κάλπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάλπη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}