κάμπος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάμπος¹
- ˈkam.bos
Where it comes from
κάμπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κάμπος
: για το φόντο εικόνων < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική campo ή γαλλική champ < λατινική campus
noun κάμπος · κάμποι · κάμπου · κάμπων · κάμπο · κάμπους
- η ανοιχτή έκταση, η επίπεδη, η πεδιάδα ※ Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- το πεδινό μέρος (σε αντιδιαστολή προς το ορεινό)
- το φόντο (ιδίως σε βυζαντινές εικόνες)
Κάμπος²
- ˈkam.bos
Where it comes from
Κάμπος < κάμπος
proper noun Κάμπος · Κάμποι · Κάμπου · Κάμπων · Κάμπο · Κάμπους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
- champaign open countryside
Talk about this word "κάμπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κάμπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82 "κάμπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάμπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}