κάμωμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάμωμα
- ˈka.mo.ma
Where it comes from
κάμωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμωμα < καμώ(νω) + -μα < κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω
noun κάμωμα · καμώματα · καμώματος · καμωμάτων
-
παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
Similar: κατόρθωμα
-
τσαχπίνικη γυναικεία συμπεριφορά με σκοπό την (ερωτική) έλξη
Similar: ερωτοτροπίες, νάζια, πείσμα, σκέρτσα
- παιχνιδιάρικη συμπεριφορά παιδιού, μωρού ή ζώου (ή που μοιάζει με τέτοια) ※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
Talk about this word "κάμωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κάμωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%B1 "κάμωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάμωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}