κάνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάνω
- ˈka.no
Where it comes from
κάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμνω, κάμω < αρχαία ελληνική κάμνω.
verb κάνω · κάμνω · έκανα · έκαμνα · έκαμα
- κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ Μπορεί να ασχολείται με τις ώρες, αλλά κάνει εξαιρετικά δημιουργήματα από χαρτί.
- εκτελώ, ολοκληρώνω Θα κάνω ό,τι μου πεις.
- διεξάγω, ενεργώ, πραγματοποιώ, διενεργώ Ακόμη κάνουν έρευνες.
- διαπράττω Μπήκε φυλακή για ένα έγκλημα που δεν έκανε αυτός.
- διοργανώνω Θυμάσαι την γιορτή που είχαμε κάνει πέρυσι;
- συγκροτώ, ιδρύω Τους έπεισα να κάνουμε εταιρεία.
- προκαλώ, γίνομαι αιτία για κάτι Μας έκανε καλή εντύπωση.
- γεννώ Αποφασίσαμε να κάνουμε παιδί.
- εξασκώ περιστασιακά ένα επάγγελμα Έκανε τον έμπορο εκείνα τα χρόνια.
- διδάσκομαι ή διδάσκω κάποιο μάθημα κάνω πιάνο, κάνω αγγλικά, κάνω μπαλέτο
- διατελώ Θα κάνεις φαντάρος μόνο έξι μήνες.
- προσποιούμαι, υποκρίνομαι Έκανε ότι κοιμόταν.
- υποδύομαι ένα ρόλο Θυμάσαι ποιος έκανε τον αστυνομικό;
- μιμούμαι Μας κάνει φωνές άλλων ανθρώπων και γελάμε.
- καθιστώ κάποιον κάτι Με κάνεις ευτυχή.
- προσλαμβάνω ή τοποθετώ κάποιον σε μια θέση μετά από εκλογή ή επιλογή Την έκαναν διευθύντρια.
- υπολογίζω κατά προσέγγιση σύμφωνα με την εντύπωση που έχω Πόσα κιλά τον κάνεις;
- τελώ μια θρησκευτική τελετή Φέτος θα κάνει τον αγιασμό ο μητροπολίτης.
- ισούται Πόσο κάνουν τέσσερα επί δεκατρία;
- λύνω ασκήσεις ή σχολικές εργασίες Για την επόμενη φορά θα κάνετε τις ασκήσεις 7 ως 10.
- καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ Έκανα όλο το σπίτι σήμερα.
- ετοιμάζω ή παρασκευάζω φαγητό, γλυκό ή ποτό Θέλεις να κάνουμε ψάρι στο φούρνο για αύριο;
- συντάσσω ένα κείμενο Πρέπει να κάνω σύντομα αυτή την έκθεση.
- αποκτώ Έκαναν μεγάλη περιουσία.
- πληρώνω Θα κάνεις εσύ τα εισιτήρια κι εγώ θα κεράσω φαγητό.
- ασχολούμαι με κάτι συστηματικά Κάνει κολύμπι κάθε μέρα.
- αντιδρώ, συμπεριφέρομαι Όταν πεισμώνει, κάνει σαν μικρό παιδί.
- μένω ή βρίσκομαι κάποιο χρονικό διάστημα κάπου Τρεις εβδομάδες έκανα στην Ελβετία.
- διανύω χρονικά Μια ολόκληρη μέρα έκανες να μου απαντήσεις!
- καλύπτω αποστάσεις Για να πάνε στο σχολείο, κάνουν εννέα χιλιόμετρα κάθε μέρα.
- στοιχίζω, αξίζω, κοστίζω Πόσο κάνει;
- είμαι κατάλληλος, πληρώ τις προϋποθέσεις Δεν κάνεις για αυτή τη δουλειά.
- ακολουθώ μια κατεύνθυνση Μόλις φτάσεις εκεί, κάνε δεξιά στο μονοπάτι.
- σχηματίζομαι Πώς κάνει η αιτιατική του πληθυντικού;
- επικρατεί Θα κάνει πολλή ζέστη τις επόμενες μέρες.
- : επιτρέπεται, πρέπει, είναι σωστό Δεν κάνει να στεναχωριέσαι.
- υποβάλλομαι σε Κάνω θεραπεία/ηλιοθεραπεία/δίαιτα.
- χορηγώ ή μου χορηγούν κάνω ένεση, κάνω κλύσμα, κάνω μασάζ
Similar: δρω, ενεργώ, πράττω, ολοκληρώνω, υλοποιώ
Thesaurus
verb
Similar: δρω, ενεργώ, πράττω, ολοκληρώνω, υλοποιώ
In English
Talk about this word "κάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. κάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%89 "κάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}