κάρτα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάρτα¹
- ˈkaɾ.ta
Where it comes from
κάρτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)
noun κάρτα · κάρτες · κάρτας · καρτών
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα Παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις.
- αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο Ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα.
- αντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα
- ή φύλλο (για χαρτοπαίγνιο)
Κάρτα²
Where it comes from
Κάρτα < γενική ενικού του αρσενικού Κάρτας
proper noun Κάρτα · Κάρτας · Karta
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "κάρτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κάρτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1 "κάρτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάρτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}