κάρφωμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάρφωμα

Where it comes from

κάρφωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάρφωμα. Συγχρονικά αναλύεται σε καρφώ(νω) + -μα

noun κάρφωμα · καρφώματα · καρφώματος · καρφωμάτων

  1. figuratively, literally, κυριολεκτικά και μεταφορικά το μπήξιμο αιχμηρού αντικειμένου σε άλλο αντικείμενο
  2. figuratively, literally, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μεταφορικά η προδοσία, η κατάδοση ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρ
  3. figuratively, literally, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αθλητισμός, μπάσκετ, βόλεϊ το καλάθι (για το μπάσκετ) ή ο πόντος που βάζει παίκτης με δυνατή και κατευθείαν ή κατακόρυφη κίνηση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάρφωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κάρφωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κάρφωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάρφωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}