κάρφωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάρφωμα
Where it comes from
κάρφωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάρφωμα. Συγχρονικά αναλύεται σε καρφώ(νω) + -μα
noun κάρφωμα · καρφώματα · καρφώματος · καρφωμάτων
- το μπήξιμο αιχμηρού αντικειμένου σε άλλο αντικείμενο
- η προδοσία, η κατάδοση ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρ
- το καλάθι (για το μπάσκετ) ή ο πόντος που βάζει παίκτης με δυνατή και κατευθείαν ή κατακόρυφη κίνηση
In English
Talk about this word "κάρφωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κάρφωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1 "κάρφωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάρφωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}