κάστα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάστα

Where it comes from

κάστα < (άμεσο δάνειο) ιταλική casta < ισπανική casta, θηλυκό του castus < λατινική castus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος careo < πρωτοϊταλική *kazēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱes- (κόβω)

noun κάστα · κάστες · κάστας · καστών

  1. dated, παρωχημένο, ινδουισμός τύπος οργάνωσης της κοινωνίας, κυρίως στην Ινδία, που είχε σαν σκοπό τη διατήρηση της καθαρότητας των κοινωνικών ομάδων υπώνυμα (για την Ινδία) βραχμάνος, απλησίαστος
  2. κοινωνιολογία κοινωνική ομάδα, που θεωρείται πολύ κλειστή και προφυλάσσει τα συμφέροντά της κάνοντας σχεδόν αδύνατη την είσοδο, στην ομάδα, ατόμων που δεν προέρχονται από τα ήδη υπάρχοντα μέλη

In English

  • caste hereditary social class

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάστα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κάστα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1

Chicago

"κάστα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάστα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}