κάψα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κάψα¹
Where it comes from
κάψα < μεσαιωνική ελληνική κάψα < καψ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)
noun κάψα · κάψες · κάψας · καψών
- η μεγάλη ζέστη
- έντονη ερωτική επιθυμία
noun κάψα · κάψες · κάψας · καψών
- σκεύος από λεπτή πορσελάνη για την παρασκευή φαρμακευτικών ή άλλων σκευασμάτων, από τα βασικότερα εργαλεία σε ένα χημικό εργαστήριο Κάθε φαρμακείο υποχρεούται να είναι εφοδιασμένο με τα εξής: …ιγδία πορσελάνης, λαβίδες, σπαθίδες, κάψες, χωνιά… (ΠΔ 312, 16-9-1992)
- το λεπτό περίβλημα / υμένας ή ινώδης ιστός που περιβάλλει τα ζωτικά όργανα
- πολύσπερμος καρπός με ξηρό περικάρπιο
- εξάρτημα μικροφώνου
Κάψα²
Where it comes from
Κάψα < γενική ενικού του αρσενικού Κάψας
proper noun Κάψα · Κάψας · Kapsa
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "κάψα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%88%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κάψα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%88%CE%B1 "κάψα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%88%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κάψα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%88%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}