κέρατο
Ελληνικά
AI En palabras sencillas
Escribiendo una explicación breve…
Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.
κέρατο
- ˈce.ɾa.to
De dónde viene
κέρατο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κέρατον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρας, από το θέμα του πληθυντικού κέρατ-α
sustantivo κέρατο · κέρατα · κέρατου · κέρατων
- σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο
- η μοιχεία
- εκνευριστικό αντικείμενο, εξόγκωμα ή άτομο βγήκε πάλι αυτό το κέρατο στο μάτι μου και με ενοχλούσε
En inglés
Conversar sobre esta palabra "κέρατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κέρατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF "κέρατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {κέρατο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}