κέρβερος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κέρβερος¹

  • ˈceɾ.ve.ɾos

Where it comes from

κέρβερος < αρχαία ελληνική Κέρβερος

noun κέρβερος · κέρβεροι · κέρβερου · κέρβερων · κέρβερο · κέρβερους

  1. ο άγρυπνος και άγριος επιτηρητής ενός τόπου

Κέρβερος²

  • ˈceɾ.ve.ɾos

Where it comes from

Κέρβερος < αρχαία ελληνική Κέρβερος

proper noun Κέρβερος · Κέρβερου · Κέρβερο · Κέρβερε · Kerveros

  1. ελληνική μυθολογία ο άγριος σκύλος με τρία κεφάλια και ουρά δράκου, που φύλαγε τον Άδη
  2. μετωνυμία κέρβερος ※ Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να φυλάνε τα ίδια τέρατα από τα οποία κινδυνεύουμε (Κέρβεροι που προστατεύουν τέρατα, arcadiaportal.gr
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κέρβερου)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κέρβερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κέρβερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"κέρβερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κέρβερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}