κέρδος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κέρδος
- ˈceɾ.ðos
Where it comes from
κέρδος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρδος < (κατά Robert S. P. Beekes) πρωτοϊνδοευρωπαϊκά: *kerd- («τέχνη, χειροτεχνία») και συγγενές του παλαιοϊρλανδικού cerd («τέχνη, χειροτεχνία· δεξιότητα»)
noun κέρδος · κέρδη · κέρδους · κερδών
- : η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα
- όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου ※ Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου άνθρωπο με τόση υπομονή και τόσο μακρόπνοο σχέδιο. Συνήθως οι προικοθήρες και οι ζιγκολό επιζητούν το εύκολο κέρδος και το γρήγορο αποτέλεσμα.» (Συλλογικό έργο πολλών συγγραφέων, Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα: Ο ήρωας του Γιάννη Μαρή σε νέες περιπέτειες, εκδ. Καστανιώ
- αυτό που κερδίζει κανείς
- όφελος, ωφέλεια
Thesaurus
In English
- profit total income or cash flow minus expenditures
Talk about this word "κέρδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κέρδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82 "κέρδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κέρδος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}