κέφι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κέφι

  • ˈce.fi

Where it comes from

κέφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كیف (keyf, κατάσταση, διάθεση) (τουρκική keyf) < αραβική كيف (kayf)

noun κέφι · κέφια · κεφιού · κεφιών

  1. η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση ※ Το «Καπρίς» ιδίως κάθε Σάββατον βράδυ ... πλημμυρίζει από τυρβάστριας και τυρβαστάς του στροβιλίσματος, του κεφιού, της κοζερί και της ελαφράς ζάλης από το ουίσκι, αραιωμένον από το απεσταγμένον ή το κουαντρό, αμιγές ή με «τριπλ σεκ», ζητούμενον αλλά μη υπάρχον πλέον, ή το πίπερμαν, με πυκνήν δόσι

    Similar: ευθυμία

  2. η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία ※ —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (Νίκος Καζαντζάκης (1946). Βίος κα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κέφι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κέφι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B9

Chicago

"κέφι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κέφι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}