κήρυκας
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
κήρυκας¹
- ˈci.ɾi.kas
من أين أتت
κήρυκας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῆρυξ από την αιτιατική «τὸν κήρυκα»
:* για τη σημασία: «κήρυκας ιδεών» > σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική héraut
اسم κήρυκας · κήρυκες · κήρυκα · κηρύκων
- αυτός που φέρνει μια είδηση, ο αγγελιοφόρος
- αυτός που με ιδιαίτερο ζήλο προσπαθεί να κάνει ευρύτερα γνωστή, να διαδώσει, να κηρύξει μια θρησκεία ή μια ιδέα
Κήρυκας²
من أين أتت
Κήρυκας < → λείπει η ετυμολογία
اسم علم Κήρυκας · Κηρυκαίοι · Κήρυκα · Κηρυκαίων · Κηρυκαίους
- ανδρικό επώνυμο
بالإنجليزية
- herald a messenger, especially one bringing important news
تحدّث عن هذه الكلمة "κήρυκας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κήρυκας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%82 "κήρυκας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {κήρυκας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}