κίνημα
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
κίνημα
- ˈci.ni.ma
Limetoka wapi
κίνημα < αρχαία ελληνική κίνημα < κινέω / κινῶ (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mouvement)
nomino κίνημα · κινήματα · κινήματος · κινημάτων
- επαναστατική ενέργεια που με τη βία αποσκοπεί στην εξουσία και τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων ※ Ο Γαβριηλίδης υπήρξε σφοδρός πολέμιος των παλαιών κομμάτων και αγωνίστηκε μέσω της Ακροπόλεως για την επικράτηση του κινήματος το 1909. Επιφυλακτικός στην αρχή απέναντι του Βενιζέλου, ξεκίνησε σταδιακά την υποστήριξή του, παρόλους τους φόβους που εξέφραζε για ‘μεσσιολατρεία’ της ελληνικής κοινωνία
- ομάδα πολιτών με κοινούς (ριζοσπαστικούς ή ανατρεπτικούς) στόχους και ανάλογες παρεμβάσεις
Kwa Kiingereza
Zungumza kuhusu neno hili "κίνημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κίνημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "κίνημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {κίνημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}