καίω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καίω
- ˈce.o
Where it comes from
καίω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καίω
verb καίω · έκαιγα · κάψω · έκαψα · καίγομαι · κάηκα
- προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
- καταστρέφω με τη φωτιά Οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας.
- καυτηριάζω
-
μεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν.
Κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου!
Similar: εγγράφω
- βασανίζω τον καίει το παράπονο
- για την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται Δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα.
-
έχω αναπτύξει ή εκπέμπω ψηλή θερμοκρασία
Πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του.
Similar: κορώνω
- είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό
- και δείτε το παθητικό καίγομαι
In English
- burn to cause to be consumed by fire
Talk about this word "καίω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. καίω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89 "καίω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καίω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}