καίω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καίω

  • ˈce.o

Where it comes from

καίω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καίω

verb καίω · έκαιγα · κάψω · έκαψα · καίγομαι · κάηκα

  1. προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
  2. καταστρέφω με τη φωτιά Οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας.
  3. καυτηριάζω
  4. μεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου!

    Similar: εγγράφω

  5. figuratively, μεταφορικά βασανίζω τον καίει το παράπονο
  6. intransitive, αμετάβατο για την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται Δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα.
  7. για αντικείμενο έχω αναπτύξει ή εκπέμπω ψηλή θερμοκρασία Πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του.

    Similar: κορώνω

  8. για πρόσωπο είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό
  9. και δείτε το παθητικό καίγομαι

In English

  • burn to cause to be consumed by fire

Talk about this word

Cite this
MLA

"καίω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καίω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89

Chicago

"καίω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καίω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}