מיקווין

καβάλα

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

καβάλα¹

מאיפה זה בא

καβάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβάλα < βενετική cavala < μεσαιωνική λατινική caballa < λατινική caballus < γαλατική caballos

תואר הפועל καβάλα

  1. στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, ημιόνου κ.λπ.) ※ καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν' τ' αντίδωρο απ' του παπά το χέρι (δημοτικό τραγούδι «Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά» ή αλλιώς «Των Κολοκοτρωναίων»)
  2. στη σέλα ποδηλάτου ή μοτοσυκλέτας
  3. επάνω σε οποιοδήποτε αντικείμενο με τα δυο πόδια να κρέμονται από τις δυο πλευρές του καβάλα στο μαντρότοιχο
  4. vulgar, χυδαίο σε συνουσία

דומה: ιππαστί

שם עצם καβάλα

  1. vulgar, λαϊκότροπο η ιππασία
  2. figuratively, συνεκδοχικά το ιππικό
  3. vulgar, χυδαίο η συνουσία

שם עצם καβάλα

  1. θρησκεία, φιλοσοφία άλλη μορφή του καβαλισμός

Καβάλα²

  • kaˈva.la

מאיפה זה בא

Καβάλα < Δείτε και Ετυμολογία στη Βικιπαίδεια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

שם פרטי Καβάλα

  1. παραλιακή πόλη της Μακεδονίας (αρχαίο όνομα Νεάπολις, μεσαιωνική ονομασία Χριστούπολις). Η σύγχρονη ονομασία, από το 1928.

שם פרטי Καβάλα · Καβάλας · Kavala

  1. γυναικείο επώνυμο

מילים נרדפות והפכים

תואר הפועל

דומה: ιππαστί

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"καβάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καβάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1

Chicago

"καβάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καβάλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}