καβάλα
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
καβάλα¹
מאיפה זה בא
καβάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβάλα < βενετική cavala < μεσαιωνική λατινική caballa < λατινική caballus < γαλατική caballos
תואר הפועל καβάλα
- στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, ημιόνου κ.λπ.) ※ καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν' τ' αντίδωρο απ' του παπά το χέρι (δημοτικό τραγούδι «Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά» ή αλλιώς «Των Κολοκοτρωναίων»)
- στη σέλα ποδηλάτου ή μοτοσυκλέτας
- επάνω σε οποιοδήποτε αντικείμενο με τα δυο πόδια να κρέμονται από τις δυο πλευρές του καβάλα στο μαντρότοιχο
- σε συνουσία
דומה: ιππαστί
שם עצם καβάλα
- η ιππασία
- το ιππικό
- η συνουσία
שם עצם καβάλα
- άλλη μορφή του καβαλισμός
Καβάλα²
- kaˈva.la
מאיפה זה בא
Καβάλα < Δείτε και Ετυμολογία στη Βικιπαίδεια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
שם פרטי Καβάλα
- παραλιακή πόλη της Μακεδονίας (αρχαίο όνομα Νεάπολις, μεσαιωνική ονομασία Χριστούπολις). Η σύγχρονη ονομασία, από το 1928.
שם פרטי Καβάλα · Καβάλας · Kavala
- γυναικείο επώνυμο
מילים נרדפות והפכים
תואר הפועל
דומה: ιππαστί
באנגלית
לדבר על המילה הזו "καβάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καβάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1 "καβάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {καβάλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}