καβαλάρης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καβαλάρης¹
Where it comes from
καβαλάρης < μεσαιωνική ελληνική καβαλλάρης < ελληνιστική κοινή καβαλλάριος < λατινική caballarius
noun καβαλάρης · καβαλάρηδες · καβαλάρη · καβαλάρηδων
- αυτός που κινείται καθισμένος στη ράχη ενός αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού
- το μέρος του σώματος ενός έγχορδου οργάνου πάνω στο οποίο τεντώνονται οι χορδές
- οριζόντια δοκός στην κορυψή του πλαισίου δίριχτης στέγης
- κεραμίδι που καλύπτει αμφιπλευρικά την κορυφή της στέγης
Similar: ιππέας
Καβαλάρης²
- ka.vaˈla.ɾis
Where it comes from
Καβαλάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Καβαλάρης · Καβαλάρηδες · Καβαλάρη · Καβαλάρηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: ιππέας
In English
Talk about this word "καβαλάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καβαλάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82 "καβαλάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καβαλάρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}