καγκελάριος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καγκελάριος¹
- kaŋ.ɟeˈla.ɾi.os
Where it comes from
καγκελάριος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καγκελ(λ)άριος (όψιμη ελληνιστική) < υστερολατινική cancellarius (ρωμαίος δικαστικός κλητήρας) < λατινική cancelli τα κάγκελα, κιγκλίδωμα, πληθυντικός του cancellus)
:* για το αξίωμα στη Γερμανία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Kanzler
noun καγκελάριος · καγκελάριοι · καγκελαρίου · καγκελάριου · καγκελαρίων · καγκελάριων
- τίτλος που συνοδεύει διάφορα αξιώματα, όπως του αρχηγού της κυβέρνησης (πρωθυπουργού στη Γερμανία και την Αυστρία ή του υπουργού Χρηματοοικονομικών στο Ηνωμένο Βασίλειο
Καγκελάριος²
Where it comes from
Καγκελάριος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Καγκελάριος · Καγκελάριοι · Καγκελαραίοι · Καγκελάριου · Καγκελαρίου · Καγκελάριων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- chancellor 1. senior secretary or official with administrative or legal duties, sometimes i
Talk about this word "καγκελάριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καγκελάριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82 "καγκελάριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καγκελάριος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}