καδένα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καδένα¹
Where it comes from
καδένα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καδένα < βενετική cadena· δείτε επίσης την ιταλική catena και την ισπανική cadena (αλυσίδα) < λατινική catena (αλυσίδα)
noun καδένα · καδένες · καδένας · καδένων
- αλυσίδα σε κόσμημα ή σε παλιό ρολόι τσέπης ※ έπιανε την καδένα με τρόπο και φαινόταν και το δαχτυλίδι με μια πέτρα ίδιο φουντούκι (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι, εκδ. Αετός, 1951, σελ. 74)
- η αλυσίδα της άγκυρας, οποιαδήποτε ναυτική αλυσίδα ※ Όπως έρχεται η καδένα της άγκυρας, θα τη στρώνεις μια δεξιά, μια αριστερά, μη μας γίνει κουβάρι. (Αντώνης Σουρούνης (1983) Το τέλος της πρώτης μέρας [διήγημα])
- ο σκαπτικός αυλακωτήρας
Καδένα²
Where it comes from
Καδένα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Καδένα · Καδένας · Kadena
- γυναικείο επώνυμο
In English
- fob chain or ribbon
Talk about this word "καδένα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καδένα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CE%B1 "καδένα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καδένα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}