καθαρεύουσα

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

καθαρεύουσα

  • ka.θaˈɾe.vu.sa

Nó đến từ đâu

καθαρεύουσα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό της μετοχής καθαρεύων, μετοχή ενεστώτα του αρχαίου ρήματος καθαρεύω· επειδή ένας από τους αρχικούς στόχους των καθαρολόγων μετά την Τουρκοκρατία ήταν η απαλλαγή της γλώσσας από ξένες γλωσσικές προσμείξεις.

danh từ καθαρεύουσα · καθαρεύουσας · ἡ

  1. γλώσσα λόγια τεχνητή μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, μείγμα αρχαίων, αρχαϊστικών και νεότερων μορφών που ήταν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976 ※ 1911 Λορέντζος Μαβίλης

    Tương tự: καθαρευουσιάνικα

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"καθαρεύουσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθαρεύουσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1

Chicago

"καθαρεύουσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθαρεύουσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}