ميكوين

καθαρότητα

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

καθαρότητα

  • ka.θaˈɾo.ti.ta

من أين أتت

καθαρότητα < αρχαία ελληνική καθαρότης, από την αιτιατική καθαρότητα

اسم καθαρότητα · καθαρότητες · καθαρότητας · καθαροτήτων

  1. η ιδιότητα του καθαρού ※ Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής δι

بالإنجليزية

  • clarity the state or measure of being clear
  • clearness the state or measure of being clear

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"καθαρότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθαρότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"καθαρότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθαρότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}