καθαυτό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καθαυτό

  • ka.θaˈfto

Where it comes from

καθαυτό < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθ' αὑτό < καθ' αὑτόν (αντωνυμία, όχι επίρρημα)

adverb καθαυτό

  1. προϋποθέτει, αποπνέει, επιτείνει, τονίζει ή αναδεικνύει τη γνησιότητα, καθαρότητα κ.λπ. των χαρακτηριστικών του προσδιορισμένου ονοματικού συνόλου Το εν προκειμένω ζήτημα είναι καθαυτό πολιτικό. (είναι κυρίως πολιτικό)

Similar: αναμφισβήτητα, ανόθευτα, γνήσια, καθαρά, κατεξοχήν, κυριολεκτικά, κυρίως

pronoun καθαυτό

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καθαυτός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθαυτός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"καθαυτό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθαυτό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C

Chicago

"καθαυτό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθαυτό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}